Πλαθ Σύλβια

   ΑΡΧΙΚΗ

Σύλβια Πλαθ 1932 έως 1963 (31)

Ίσως, όταν βρεθούμε στο σημείο να θέλουμε τα πάντα, να συμβαίνει επειδή βρισκόμαστε πολύ κοντά στο να μη θέλουμε τίποτα.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

ΛΕΞΕΙΣ

Πελεκούν
Μετά τον χτύπο τους το ξύλο αντηχεί,
Και η ηχώ!
Ηχώ ταξιδεύοντας από το κέντρο σαν άλογα.
Οι χυμοί.
Αναβλύζουν σαν δάκρυα,
Σαν το Νερό που παλεύει.
Να συναρμολογήσει το κάτοπτρό του
Πάνω στον βράχο
Που στάζει και γίνεται,
λευκό καύκαλο,
φαγωμένο από αγριόχορτα.
Χρόνια μετά Συναντώντας τες στο δρόμο
Λέξεις στεγνές και αδέσποτες,
Το ακαταπόνητο ποδοβολητό.
Ενώ
Απ’ το βυθό της λίμνης,
σταθεροί αστέρες Ορίζουν μια ζωή
Η Σύλβια Πλαθ (Sylvia Plath, 27 Οκτωβρίου 1932 – 11 Φεβρουαρίου 1963) ήταν Αμερικανίδα ποιήτρια, μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος. Γεννήθηκε στο Τζαμάικα Πλέιν της Μασαχουσέτης των Ηνωμένων Πολιτειών, ο πατέρας της ήταν καθηγητής κολεγίου. Από πολύ μικρή επέδειξε ταλέντο στην δημιουργία στίχων, ήταν μάλιστα μόλις 8 χρονών όταν δημοσιεύτηκε ένα ποίημα της σε νεανικό περιοδικό. Την ίδια εποχή πέθανε ο πατέρας της ο οποίος ήταν αυστηρός και ακραία συντηρητικός, σύμφωνα με ορισμένους επρόκειτο για έναν εξορισμένο ναζιστή. Η Σύλβια συνέχισε να γράφει ποιήματα και να διαπρέπει στο σχολείο, ωστόσο από τα πρώτα νεανικά της χρόνια εμφάνισε σημάδια μανιοκατάθλιψης και προτού τελειώσει τις σπουδές της έκανε την πρώτη απόπειρα αυτοκτονίας, με συνέπεια να κλειστεί σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Βγαίνοντας από το ίδρυμα φάνηκε να έχει συνέλθει εντελώς, ολοκλήρωσε τις σπουδές της με επαίνους στο κολέγιο Σμίθ και κέρδισε και μια υποτροφία για το πανεπιστήμιο του Cambridge. Εκεί γνώρισε τον άνδρα που θα σημαδέψει την ζωή της, τον Άγγλο ποιητής Τεντ Χιούζ, τον οποίο παντρεύτηκε το 1956.

Έζησαν στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι το 1959, με την Πλάθ να διδάσκει στο κολέγιο Σμίθ, ενώ όταν έμεινε έγκυος αποφάσισαν να μετοικήσουν στην Αγγλία. Ζήσανε για λίγο στο Λονδίνο και ύστερα μετακόμισαν στο North Tawton, μια μικρή πόλη του Ντέβον. Το 1960 γεννήθηκε το πρώτο τους παιδί. Την ίδια χρονιά η Σύλβια εξέδωσε την πρώτη ποιητική συλλογή της με τίτλο «Ο κολοσσός». Τον Ιανουάριο του 1962 γεννιέται το δεύτερο παιδί τους ενώ ο γάμος της από καιρό αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες. Ανακαλύπτει πως ο σύζυγος της διατηρεί εξωσυζυγική σχέση με μια νεαρή ποιήτρια και τον εγκαταλείπει. Παίρνει τα δυο της παιδιά και πηγαίνει στο Λονδίνο. Ο χειμώνας του 1962/1963 είναι ιδιαίτερα ψυχρός κι εκείνη εκτός των άλλων έχει και σοβαρά οικονομικά προβλήματα. Στις 5 Φεβρουαρίου έγραφε: «Η γυναίκα έχει τελειοποιηθεί. Το νεκρό κορμί της ντυμένο με το χαμόγελο της εκπλήρωσης. Η ψευδαίσθηση μιας Ελληνικής αναγκαιότητας ρέει στις πτυχές της τηβέννου της. Τα εκτεθειμένα της πόδια φαίνονται να λένε: ως εδώ φτάσαμε, αρκεί.». Στις 11 Φεβρουαρίου του 1963 οργάνωσε την αυτοκτονία της με μεγάλη σχολαστικότητα. Ήταν νύχτα και τα παιδιά της κοιμόταν, το μικρότερο ήταν μόλις 13 μηνών. Άνοιξε το παράθυρο τους για να μην κινδυνέψουν και άφησε δίπλα από κάθε κούνια ένα ποτήρι γάλα και μπισκότα. Ήξερε ότι το πρωί θα τους επισκεπτόταν μια νοσοκόμα, της είχε αφήσει ένα σημείωμα με οδηγίες στην είσοδο. Πήγε στην κουζίνα όπου έκλεισε τις χαραμάδες με βρεγμένες πετσέτες για να μην υπάρξει διαρροή στα υπόλοιπα δωμάτια, ύστερα άνοιξε όλους του διακόπτες του γκαζιού και έβαλε το κεφάλι της στο φούρνο. Η απόπειρα στέφθηκε με επιτυχία.

Στο σπίτι της βρέθηκαν πολλά χειρόγραφα με ποιήματα, κι ο Χιούζ με τον οποίο δεν είχε προλάβει να πάρει διαζύγιο έγινε ο διαχειριστής της λογοτεχνικής της περιουσίας, επόπτευσε την έκδοση των ποιημάτων. Πολλοί του καταλογίζουν πως κατέστρεψε μέρος του έργου της επειδή περιείχε λεπτομέρειες για την ζωή τους που δεν ήταν καθόλου κολακευτικές γι αυτόν. Το 1982 η Σύλβια Πλαθ έγινε η πρώτη ποιήτρια που κέρδισε το βραβείο Πούλιτζερ μετά θάνατο, για το σύνολο των ποιημάτων της.