Ντε Σαντ: Έργα και Ημέρες | Aποφθέγματα - Αποσπάσματα -

   ΑΡΧΙΚΗ

Σαντ Ντε 1740 έως 1814 (74)

Το σώμα σου είναι ο ναός όπου η Φύση ζητά να τη λατρεύουν.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

ΖΥΣΤΙΝ

Με το πέρας αυτής της επίπονης περιόδου προπαρασκευαστικής ενάσκη- σης, η Ζυλιέτ είχε επιτέλους προσηλυτιστεί στο νέο δόγμα. Λογιζόταν πλέον επισήμως κορίτσι του σπι- τιού και έκτοτε μετείχε δικαιωματικά και στις χα- ρές και στις λύπες. Αυτή η αναβάθμισή της εγκαινί- ασε μια νέα περίοδο μαθητείας: αν στο πρώτο σχο- λείο η Ζυλιέτ υπηρέτησε τη Φύση, στο δεύτερο έμα- θε να λησμονεί κάθε νόμο και αρχή. Εκεί, τα ήθη της διεφθάρησαν εντελώς. Η θριαμβευτική σταδιο- δρομία της στη φαυλότητα και στη διαστροφή βύθι- σε την ψυχή της στην απόλυτη εξαχρείωση. Αισθα- νόμενη πως είχε γεννηθεί γι’ αυτό, σκεπτόταν πως όφειλε τουλάχιστον να επιδιώξει να ανελιχθεί στα υψηλότερα κλιμάκια του εγκλήματος και όχι να εκ- πέσει σε μια μέτρια κατάσταση, η οποία θα την πα- ρέσυρε στα ίδια ατοπήματα και στις ίδιες ταπεινώ- σεις, δίχως ωστόσο να της προσφέρει τα ίδια οφέ- λη. Άρεσε σε έναν γέρο άρχοντα, όσο δεν πάει δι- εφθαρμένο, ο οποίος αρχικά την καλούσε μόνο και μόνο για μερικές σύντομες «εμπορικές συναλλα- γές». Εκείνη, από την πλευρά της, κατείχε άριστα την τέχνη τού να τη συντηρούν. Στο τέλος, έφτασε να εμφανίζεται σε θεάματα και περιπάτους πλάι σε ιππότες του τάγματος των Κυθήρων. Έπεσαν πάνω της βλέμματα, έγινε αντικείμενο σχολίων, τη ζή- λεψαν… το λεπταίσθητο αυτό πλάσμα κατάφερνε τόσο καλά να τους έχει του χεριού της που, σε λι- γότερο από τέσσερα χρόνια, κατέστρεψε έξι άνδρες, εκ των οποίων ο φτωχότερος διέθετε εκατό χιλιά- δες σκούδα εισόδημα. Δεν χρειαζόταν τίποτε περισ- σότερο για να αποκτήσει φήμη

Ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, ( Ντονασιέν Αλφόνς Φρανσουά Κόμης ντε Σαντ) ήταν γάλλος συγγραφέας, ηδονιστής και αθεϊστής, έζησε την μισή του ζωή σε φυλακές και άσυλα φρενοβλαβών και την άλλη μισή μέσα στην πιο βίαιη και ακραία λαγνεία, με αποτέλεσμα να δοθεί το όνομα του στην πράξη κατά την οποία ένα άτομο ηδονίζεται βασανίζοντας κάποιο άλλο. Ο Ντονασιέν γεννήθηκε στις 2 Ιουνίου του 1740 στο Παρίσι και άνηκε σε αριστοκρατική γενιά, ο πατέρας του ήταν κόμης και μαρκήσιος που ασχολιόταν με την διπλωματία, η μητέρα του κόρη μαρκησίου και κυρία επί των τιμών. Σε ηλικία 10 ετών μπήκε εσώκλειστος σε ένα αυστηρό Ιησουίτικο κολλέγιο όπου οι σωφρονιστικές μέθοδοι ήταν βάρβαρες και επώδυνες, ενώ στα 14 του έγινε δεκτός σε μια στρατιωτική ακαδημία για παιδιά αριστοκρατών. Το 1757 συμμετείχε σε κάποιες μάχες κατά την διάρκεια του επταετή πολέμου και μάλιστα παρασημοφορήθηκε. Αποστρατεύτηκε το 1763 και παντρεύτηκε ύστερα από επιθυμία του πατέρα του μια κόρη ενός πλούσιου δικαστικού με ισχυρές προσβάσεις στην βασιλική αυλή. Το 1767 πέθανε ο πατέρας του κληροδοτώντας του τον τίτλο και μεγάλη περιουσία, το Πάσχα του ίδιους έτους ξέσπασε το πρώτο σκάνδαλο. Μια νεαρή πόρνη τον κατήγγειλε ότι την κρατούσε φυλακισμένη, βιάζοντας, μαστιγώνοντας και εξευτελίζοντας την, για να ικανοποιεί τις άρρωστες ορέξεις του. Ο Μαρκήσιος φυλακίστηκε με απόφαση του βασιλιά και χωρίς δίκη ύστερα από παρέμβαση της πεθεράς του η οποία είχε γίνει ορκισμένη εχθρός του επειδή εκτός των άλλων, είχε αποπλανήσει και την δεύτερη κόρη της. Αν δεν ήταν η πεθερά, θα είχε μείνει πολύ λιγότερα χρόνια στις φυλακές καθώς οι αντίδικές του ήταν συνήθως πόρνες ή υπηρέτριες και ο λόγος τους μικρή βαρύτητα είχε μπροστά στον πάμπλουτο μαρκήσιο. Σε αρκετές περιπτώσεις άλλωστε ο ντε Σαντ πλήρωνε τα κακοποιημένα του θύματα για να αποσύρουν τις μηνύσεις. Στη φυλακή έγραψε το πρώτο του βιβλίο και τα επόμενα χρόνια, όσο βρισκόταν έγκλειστος, έγραφε ασταμάτητα.

Το 1772 ξέσπασε το επόμενο μεγάλο σκάνδαλο, στην Μασσαλία 4 πόρνες κατήγγειλαν ότι της είχε δηλητηριάσει δίνοντας τους σοκολατάκια με αφροδισιακό, τις είχε εξαναγκάσει σε βίαιες ερωτικές πράξεις, και για σοδομισμό με τον υπηρέτη του. Η ποινή για την τελευταία πράξη ήταν κρέμασμα, ο ντε Σαντ κατάφερε να δραπετεύσει και να πάει στην Ιταλία, μαζί με την γυναίκα και την κουνιάδα του, οι οποίες είχαν πειστεί και συμμετείχαν στα όργια του. Επέστρεψε στην Λακόστ όταν ξεχάστηκαν τα γεγονότα λόγω και της προεπαναστατικής κατάστασης της Γαλλίας. Εγκαταστάθηκε στον οικογενειακό του πύργο όπου ασχολήθηκε με την διοργάνωση οργίων. Προσλάμβανε πόρνες και χρησιμοποιούσε επίσης τις υπηρέτριες και τους υπηρέτες του πύργου για την ικανοποίηση των ορέξεων τόσο των δικών του όσο και των καλεσμένων του. Και πάλι υπήρξαν καταγγελίες από τα θύματα, ένας πατέρας μιας νεαρής προσπάθησε να τον δολοφονήσει αλλά απέτυχε. Ο μαρκήσιος ξαναφυλακίστηκε με βασιλική διαταγή το 1778 και παρέμεινε ως το 1784 στη φυλακή της Βάνσεν, κατόπιν μεταφέρθηκε στην Βαστίλη. Δέκα μέρες πριν καταληφθούν οι φυλακές από τους επαναστάτες, οι οποίοι ελευθέρωσαν όλους τους κρατούμενους τον είχαν μεταφερθεί σε άλλη φυλακή. Απελευθερώθηκε ωστόσο το 1790 με ένα διάταγμα των επαναστατών που ακυρωνόταν όλες οι βασιλικές εντολές φυλάκισης. Αυτή την περίοδο τον χώρισε η σύζυγος του με την οποία είχαν 3 παιδιά ενώ το 1793 εκδόθηκε καινούργιο ένταλμα σύλληψης, τούτη την φορά από την επαναστατική κυβέρνηση που ήθελε να φυλακίσει τον διεφθαρμένο αριστοκράτη. Αναγκάστηκε να ζήσει για κάποια χρόνια κρυμμένος. Πιάστηκε το 1801 και φυλακίστηκε, κατηγορούμενος και για τα μυθιστορήματα του «Ζιστίν» και «Ζιλιέτ» τα οποία χαρακτηρίστηκαν ως πορνογραφικά. Σε αυτά, όπως και στο «120 μέρες στα Σόδομα» παρουσιάζει ως ανώτατη αξία της ζωής την ηδονή και ειδικότερα την ατομική ικανοποίηση, εξυμνώντας μια ακραία μορφή ελευθερίας κατά την οποία δεν έχουν σημασία τα δικαιώματα και η ζωή των άλλων. Από το 1803 μεταφέρθηκε σε άσυλο φρενοβλαβών όπου διατηρούσε πολλές ανέσεις, η ερωμένη του είχε πάρει άδεια και διέμενε σε διπλανό δωμάτιο ώστε να μπορούν να συνευρίσκονται ανεμπόδιστα. Το 1807 σε έλεγχο της αστυνομία βρέθηκε ένα δεκάτομο μυθιστόρημα το οποίο κατασχέθηκε, αργότερα το έκαψε ο γιος του, δεν μαθεύτηκε ποτέ περί τίνος επρόκειτο. Ο μαρκήσιος, εκτός των γνωστών του έργων, έγραψε και χιλιάδες άλλες σελίδες από τις οποίες πολλές χάθηκαν στις φυλακές και στις μετακινήσεις του. Πέθανε ήσυχα στον ύπνο του, στις 2 Δεκεμβρίου 1814.