Μαν Τόμας

   ΑΡΧΙΚΗ

Μαν Τόμας 1875 έως 1955 (80)

Ένας άνθρωπος δεν ζει μόνο την προσωπική του ζωή, αλλά επιπλέον, συνειδητά ή ασυνείδητα, και τη ζωή της εποχής του και των συγχρόνων του.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Το μαγικό βουνό

δυο βασικές αρχές αντιµάχονταν για την κυριαρχία στον κόσµο: η εξουσία και το δίκιο, η τυραννία και η ελευθερία, η δεισιδαιµονία και η γνώση, η αρχή της στασιµότητας και η αρχή της αέναης κίνησης, της προόδου. Μπορούσε να αποκαλέσει κανείς το ένα ασιατική αρχή και το άλλο ευρωπαϊκή, γιατί η Ευρώπη ήταν η χώρα της ανταρσίας, της κριτικής και της µεταµορφωτικής δραστηριότητας, ενώ το ανατολικό µέρος της γης ενσάρκωνε την ακινησία, την αδρανή ηρεµία. Δεν υπήρχε αµφιβολία ποια από τις δυο δυνάµεις θα αποκόµιζε στο τέλος τη νίκη - ήταν η δύναµη του Διαφωτισµού, της έλλογης ολοκλήρωσης.
Γιατί ο ανθρωπισµός ξεσήκωνε ολοένα καινούριους λαούς στο λαµπρό του δρόµο, κατακτούσε όλο και περισσότερο έδαφος στην ίδια την Ευρώπη και άρχιζε να προελαύνει στην Ασία. Ήταν όµως να γίνουν πολλά ακόµη µέχρι την πλήρη επικράτησή της και οι καλόπιστοι, οι φωτισµένοι είχαν να καταβάλουν ακόµη µεγάλες και ευγενικές προσπάθειες µέχρι να έρθει η ηµέρα που οι µοναρχίες και οι θρησκείες θα κατέρρεαν και σε εκείνες τις χώρες της ηπείρου µας που στην πραγµατικότητα δεν είχαν γνωρίσει ούτε το δέκατο όγδοο αιώνα τους ούτε ένα 1789.
Εκείνη η ηµέρα θα έρθει … αν όχι µε τα πόδια του περιστεριού, τότε µε τα φτερά του αετού και θα ανατείλει ως η αυγή της παγκόσµιας αδελφοσύνης των λαών υπό το σηµείο της λογικής, της επιστήµης και του δίκιου` θα φέρει την ιερή συµµαχία της δηµοκρατίας των πολιτών, το φωτεινό αντίπαλό δέος απέναντι σε εκείνη την τρισβέβηλη συµµαχία των ηγεµόνων και των ανακτοβουλίων..
Ο Τόμας Μαν ήταν Γερμανός συγγραφέας, βραβευμένος με το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας του 1929.

Επιλεγμένα αποσπάσματα από Αυτοβιογραφικό σημείωμά του, γραμμένο το 1930. Όλο το σημείωμα μπορεί να βρεθεί στο dimartblog.com/2013/06/06/με-λένε-τόμας-μαν/ σε μετάφραση της Μαρία Τσάκος

«Γεννήθηκα στο Lübeck στις 6 Ιουνίου 1875, δεύτερος γιος ενός εμπόρου και γερουσιαστή από το Φρι Σίτι, Ο πατέρας μου ήταν εγγονός και δισέγγονος κατοίκων του Lübeck, μα η μητέρα μου, κόρη ενός Γερμανού κτηματία και μιας πορτογαλοκρεολής Βραζιλιάνας, πρωτοείδε το φως της μέρας στο Ρίο ντε Τζανέιρο. Την πήγαν στη Γερμανία επτά χρονών. Με προορίζανε να αναλάβω τη φυτεία σιτηρών του πατέρα μου που, όταν ήμουν αγόρι ακόμα, έκλεινε τα εκατό της χρόνια, και σπούδασα στο τμήμα επιστημών του «Katharineum» στο Lübeck. Σιχαινόμουν το σχολείο και από την πρώτη έως την τελευταία τάξη απέτυχα να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις του, όπως άλλωστε και σε κάθε έξωθεν απαίτηση, εξαιτίας μιας εσωτερικής αντίστασης που με παρέλυε και την οποία, αργότερα, με μεγάλη δυσκολία, έμαθα να καταπολεμώ. Όποια μόρφωση διαθέτω την απέκτησα με έναν ελεύθερο και αυτοδιδακτικό τρόπο. Η επίσημη παιδεία απέτυχε να ενσταλλάξει μέσα μου ακόμα και την πιο στοιχειώδη γνώση. Όταν ήμουν δεκαπέντε, ο πατέρας μου πέθανε, σχετικά νέος ακόμα. Η επιχείρηση ρευστοποιήθηκε. Λίγο αργότερα, η μητέρα μου έφυγε μαζί με τα μικρότερα αδέλφια μου για να εγκατασταθεί στη νότιο Γερμανία, στο Μόναχο. Αφού τελείωσα το σχολείο, με μάλλον άδοξο τρόπο, την ακολούθησα, και για ένα διάστημα δούλεψα ως υπάλληλος του υποκαταστήματος μιας ασφαλιστικής στο Μόναχο, όπου διευθυντής ήταν ένας φίλος του πατέρα μου. Αργότερα, στο πλαίσιο της προπαρασκευής μου για καριέρα στη δημοσιογραφία, παρακολούθησα διαλέξεις ιστορίας, οικονομικών, ιστορίας της τέχνης και λογοτεχνίας στο πανεπιστήμιο. Πριν απ’ αυτό όμως, έμεινα ένα χρόνο στην Ιταλία μαζί με τον κατά τέσσερα χρόνια μεγαλύτερο αδελφό μου, Heinrich. Σ’ αυτό το διάστημα, το 1898, δημοσιεύτηκε η πρώτη μου συλλογή σύντομων αφηγημάτων (Ο μικρός κύριος Φρήντμαν) .

Στη Ρώμη, άρχισα επίσης να γράφω το μυθιστόρημα «Μπούντενμπρόοκς. Η παρακμή μιας οικογένειας» που εμφανίστηκε το 1901 και έγινε έκτοτε τόσο δημοφιλές στο γερμανικό κοινό ώστε να βρίσκονται σήμερα σε κυκλοφορία πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Το 1905 παντρεύτηκα την κόρη του Alfred Pringsheim, καθηγητή στην έδρα των μαθηματικών του Πανεπιστημίου του Μονάχου.. Αποκτήσαμε έξι παιδιά: τρία κορίτσια, εκ των οποίων το μεγαλύτερο ασχολείται με το θέατρο, και τρία αγόρια, με τον μεγαλύτερο να έχει αφιερωθεί στη λογοτεχνία.

[……] Το 1913 η εκδόθηκε η νουβέλα Tod in Venedig (Ο θάνατος στη Βενετία), η οποία με εξαίρεση το Tonio Kröger, θεωρείται ως το αξιολογότερο μου επίτευγμα στο είδος αυτό. Καθώς έγραφα τις τελευταίες της ενότητες, συνέλαβα την ιδέα για το «Το Μαγικό Βουνό» (1924) αλλά η συγγραφή του διακόπηκε σε πολύ αρχικό στάδιο εξαιτίας του πολέμου. Παρόλο που ο πόλεμος δεν με απασχόλησε προσωπικά με την έννοια της συμμετοχής μου σ’ αυτόν, όσο διάρκεσε έβαλε τέλος σε οποιαδήποτε καλλιτεχνική μου δραστηριότητα γιατί με υποχρέωσε σε αγωνιώδεις επανεκτιμήσεις των θεμελιωδών μου παραδοχών και σε μία ανθρώπινη και διανοητική αυτοαναζήτηση που βρήκε το απόσταγμά της στο «Στοχασμοί ενός απολίτικου» που εκδόθηκε το 1918. Το θέμα του είναι ένας προσωπικός έντονος προβληματισμός σχετικά με την ταυτότητά μου ως Γερμανού, ο πολιτικός προβληματισμός, μέσα από το πρίσμα ενός μαχόμενου συντηρητισμού που υπέστη πολλές αναθεωρήσεις στη διάρκεια της ζωής μου.

[…] Από τα πρώτα του κιόλας χρόνια, το ευγενές ενδιαφέρον των συνανθρώπων του αλλά και οι επίσημες τιμητικές διακρίσεις ενθάρρυναν τις προσπάθειες του συγγραφέα αυτού του βιογραφικού σκιαγραφήματος. Ένα παράδειγμα είναι η απονομή ενός τιμητικού ντοκτορά από το Πανεπιστήμιο της Βόννης το 1919• αλλά και η Γερουσία του Lübeck, της γενέτειράς μου, για να διασκεδάσει την προτίμηση του Γερμανού για τίτλους, μου απένειμε αυτόν του Καθηγητή, επ’ ευκαιρία μιας τοπικής επετείου. Είμαι ένα από τα πρώτα μέλη, κατόπιν πρότασης της πολιτείας, του νέου λογοτεχνικού τμήματος της Πρωσικής Ακαδημίας Τεχνών• τα πεντηκοστά μου γενέθλια συνόδευσαν δημόσιες εκδηλώσεις λατρείας που ανακαλώ με ιδιαίτερη συγκίνηση, ενώ το αποκορύφωμα όλων αυτών των διακρίσεων ήταν η απονομή του περσινού βραβείου Νόμπελ Λογοτεχνίας από την Σουηδική Ακαδημία.

Πρέπει όμως να πω ότι όλη αυτή η αναταραχή που προκάλεσε η επιτυχία δεν κατάφερε ποτέ να μετριάσει την απόλυτη συναίσθηση της σχετικότητας των ερήμων εντός μου, ούτε κατάφερε έστω και για ένα λεπτό να αμβλύνει την αιχμή της αυτοκριτικής μου. Μόνο το μέλλον θα κρίνει με σιγουριά την αξία και τη σημασία του έργου μου για τις ερχόμενες γενιές• για μένα δεν είναι παρά τα χνάρια μιας ζωής που την έζησα συνειδητά, δηλαδή, ευσυνείδητα…»



Με την άνοδο των Ναζί στην εξουσία στη Γερμανία το 1933, ο Τόμας Μαν ο οποίος είχε ασκήσει έντονη κριτική στο ναζιστικό καθεστώς, έμεινε σε Ελβετία και Τσεχοσλοβακία. Το 1936 πήρε την τσεχοσλοβακική υπηκοότητα και το 1939 έφυγε για τις Η.Π.Α., όπου δίδαξε στο πανεπιστήμιο Πρίνστον, το 1944 απέκτησε την αμερικανική υπηκοότητα. Στην Ευρώπη επέστρεψε το 1952 και εγκαταστάθηκε στο Κίλχμπεργκ (Kilchberg) κοντά στη Ζυρίχη. Πέθανε το 1955.