Λόντον Τζάκ

   ΑΡΧΙΚΗ

Λόντον Τζάκ 1876 έως 1916 (40)

Η ζωή αποκορυφώνεται όταν κάνεις στο έπακρο αυτό για το οποίο είσαι εξοπλισμένος να κάνεις.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Ο Ασπροδόντης

ΕΓΡΑΨΕ:
Προτιμώ να γίνω στάχτη παρά σκόνη!
Προτιμώ η σπίθα μου να εξαντληθεί μέσα στη φωτιά, παρά να σαπίσει από την υγρασία!
Προτιμώ να γίνω μετεωρίτης, κάθε άτομο μου να γίνει εκθαμβωτική λάμψη, απ' ότι ένας κοιμισμένος και παντοτινός πλανήτης.
Ο προορισμός του ανθρώπου είναι να ζει, όχι να επιβιώνει.
Δεν θα σπαταλήσω τις μέρες μου προσπαθώντας να τις παρατείνω.
Θα αξιοποιήσω το χρόνο μου.
Ο Τζακ Λόντον (Jack London) (12 Ιανουαρίου 1876 - 22 Νοεμβρίου 1916) ήταν Αμερικανός συγγραφέας. Η μητέρα του ήταν μουσικός και πνευματίστρια ενώ ο πατέρας του αστρολόγος. Φαίνεται πως ο πατέρας του δεν ήθελε το παιδί και πίεζε την μητέρα για άμβλωση εκείνη αρνιόταν και για να τον πείσει να αναλάβει τις ευθύνες του αυτοπυροβολήθηκε, ο πατέρας δεν συγκινήθηκε καθόλου μόνο εγκατέλειψε το σπίτι. Η μητέρα του παντρεύτηκε έναν μερικώς ανάπηρο βετεράνο του εμφύλιου πολέμου εκείνος αναγνώρισε το παιδί και έτσι πήρε το όνομα Τζόνι Λόντον αλλάζοντας το όταν ενηλικιώθηκε σε Τζάκ Λόντον. Τα παιδικά του χρόνια στο Όκλαντ ήταν φτωχικά και στερημένα, από τα 10 ήταν αναγκασμένος να δουλεύει. Ο ίδιος έγραψε: «Πήγαινα στο σχολείο και ντρεπόμουν για τα ρούχα που φορούσα. Στη ζωή μου δεν έζησα παιδικά χρόνια. Σηκωνόμουν στις τρεις το πρωί για να πάω να μοιράσω εφημερίδες. Σαν τελείωνα αυτή τη δουλειά, πήγαινα κατευθείαν στο σχολείο. Μετά το σχολείο έτρεχα για τις απογευματινές εφημερίδες. Δεν έζησα παιδικά χρόνια, γι’ αυτό ίσως και κυνηγάω τώρα τις περιπέτειες». Στα 15 έφυγε από το σπίτι και πήγε στο Σαν Φρανσίσκο. Εκεί μπλέχτηκε με λαθρέμπορους στρειδιών, είχε περιπέτειες με την αστυνομία, μπάρκαρε σε ένα πλοίο και πήγε να κυνηγήσει φώκιες, γύρισε στις Ηνωμένες Πολιτείες κι άλλαξε πολλά επαγγέλματα όπως ανθρακωρύχος, λιμενοφύλακας, εργάτης κονσερβοποιίας, κυνηγός γατών για το δέρμα τους, λαθρέμπορος, ναύτης. Το 1894 ενώθηκε με τη στρατιά των ανέργων και βάδισε προς την Ουάσιγκτον ζητώντας δουλειά και ψωμί. Έζησε για ένα διαστήματα στους δρόμους και φυλακίστηκε για αλητεία. Στο τέλος γύρισε στο Όκλαντ και 19 ετών γράφτηκε στην τελευταία τάξη του Λυκείου (High School) ενώ συγχρόνως δούλευε όπου έβρισκε και ξεκίνησε να γράφει. Η πρώτη ιστορία του λεγόταν «Τυφώνας στις ακτές της Ιαπωνίας» κι είχε να κάνει με τις εμπειρίες του ως ναυτικός. Τελειώνοντας το λύκειο έδωσε εισαγωγικές εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ (Καλιφόρνια) και κατάφερε να εισαχθεί (1896). Η φοίτηση του κράτησε μόνο 6 μήνες καθώς την μέρα δούλευε, την νύχτα έγραφε και για το πανεπιστήμιο δεν είχε καθόλου χρόνο. Τον έπιασε τότε και ο πυρετός του χρυσού και έφυγε για την Αλάσκα, εκεί στην απομονωμένη ερημιά μάζεψε υλικό για πολλά βιβλία του και κυρίως για το περίφημο «Το Κάλεσμα της Άγριας Φύσης». Ο Τζακ, όπως και πολλοί άλλοι χρυσοθήρες, έπαθε σκορβούτο λόγω του υποσιτισμού και της έλλειψης φρέσκων τροφών, τα μπροστινά του δόντια έπεσαν, το πρόσωπο του είχε πληγές, οι πόνοι στην κοιλιά δεν σταματούσαν, κινδύνεψε να πεθάνει μα τελικά ανάρρωσε στο καταφύγιο ενός ιησουίτη ιερωμένου τον οποίο φώναζαν Άγιο Ντόσον επειδή παρείχε τροφή και ιατρική φροντίδα σε εκείνη την απομακρυσμένη περιοχή του κόσμου. Μόλις στάθηκε στα πόδια του εγκατέλειψε το Κλοντάικ, χωρίς να έχει βρει χρυσό και γύρισε στο Όκλαντ αποφασισμένος να πετύχει στην συγγραφή.

Το πρώτο αφήγημα του Τζακ Λόντον που δημοσιεύθηκε ήταν το «Πάνω στα ίχνη του ανθρώπου» για 5$ ενώ για το επόμενο αφήγημά του «Χίλιοι θάνατοι» πληρώθηκε 40$. Οι συγκυρίες υπήρξαν ευνοϊκές καθώς είχε μόλις κάνει την εμφάνιση της μια νέα τυπογραφική μέθοδος που μείωνε το κόστος των περιοδικών οπότε ξαφνικά υπήρχε ζήτηση για ιστορίες σαν και αυτές που έγραφε. Το 1900 ο Τζακ Λόντον κέρδισε 2.500$ από την πώληση των αφηγημάτων κι η καριέρα του μπήκε σε τροχιά ανόδου. Ο Λόντον παρά την αλήτικη ζωή και το ασυμβίβαστο πνεύμα ελευθερίας είχε μεγάλη αυτοπειθαρχία, απέκτησε ένα αυστηρό πρόγραμμα γραψίματος. Την πρώτη δεκαετία του 1900 έγραψε τα σημαντικότερα έργα του.Το 1902 πήγε στην Αγγλία κι έζησε με τους προλετάριους στο Ιστ Εντ του Λονδίνου μαθαίνοντας από κοντά την αθλιότητα της δουλειάς και της ζωής τους και τον επόμενο χρόνο έγραψε το «Οι Άνθρωποι της Αβύσσου»,(1903) ένα οξυδερκές δοκίμιο πάνω στις συνθήκες ζωής της Εργατικής τάξης στο Λονδίνο. Επίσης το 1903 τελείωσε «Το Κάλεσμα της άγριας Φύσης», στο οποίο περιγράφονται η φτώχεια και η ταλαιπωρία της προηγούμενης ζωής του που τον έκανε να ρίξει μια μοναδική ματιά στη ζωή και τον κόσμο των άγριων ζώων. Το 1904 δημοσίευσε το «Ο Θαλασσόλυκος» μια μελέτη πάνω στον ατομικισμό και την αυτοκαταστροφή του ανθρώπου, ενώ η «ΣΙΔΕΡΕΝΙΑ ΦΤΕΡΝΑ»(1908) είναι μια φιλοσοφική πραγματεία πάνω στον Σοσιαλισμό και τον Κομμουνισμό. Το 1909 γράφει το «Μάρτιν Ήντεν», η οδύσσεια ενός εργάτη που προσπαθεί να μορφωθεί κάτω από αντίξοες συνθήκες. Μετά το 1910 τα μυθιστορήματα του δεν ήταν τόσο ποιοτικά, έγραφε γρήγορα και εμπορικά, εύπεπτες ιστορίες για το πλατύ κοινό.

Ο Τζάκ Λόντον είχε παντρευτεί το 1900 την Μπες Μάντερν με την οποία έκανε δύο κόρες για τις οποίες ήταν πολύ περήφανος κι ευτυχισμένος ωστόσο ο γάμος του δεν κράτησε πολύ, χώρισε το 1904. Τον επόμενο χρόνο παντρεύτηκε την Τσάρμιαν Κίτρετζ. Ο Τζάκ ήταν γενικά επιρρεπής σε εξωγαμιαίες σεξουαλικές περιπέτειες, στην Τσάρμιαν ωστόσο βρήκε την ιδανική σύντροφο, φαίνεται πως ταίριαζαν πολύ, έζησαν μαζί μέχρι τον θάνατό του. Από 20 χρονών ο Τζακ είχε γίνει σοσιαλιστής και το 1901 έθεσε υποψηφιότητα για δήμαρχος στο Όκλαντ, λαμβάνοντας μόνο 245 ψήφους. Ξαναέβαλε υποψηφιότητα το 1905 και έλαβε 981 ψήφους. Έκανε περιοδείες σε ολόκληρη την χώρα μιλώντας για τον σοσιαλισμό και μάλιστα αργότερα μετέτρεψε τις ομιλίες του σε βιβλίο. Εκτός από το γράψιμο ο Λόντον είχε πολλά άλλα ενδιαφέροντα, καταπιάστηκε ανά περιόδους με διάφορα σχέδια. Το 1906-1907, κατασκεύασε ένα ιστιοφόρο και ξεκίνησε με την γυναίκα του για τον γύρω του κόσμου, τελικά έφτασε μέχρι την Αυστραλία, σε ένα ταξίδι 27 μηνών γεμάτο εμπειρίες. Το 1910 αγόρασε ένα αγρόκτημα 1.000 στρεμμάτων στο Γκλεν Έλεν της Καλιφόρνια και θέλησε να εφαρμόσει πρωτοποριακές καλλιεργητικές τεχνικές. Το 1913 ανακηρύχθηκε ο πιο πολυδιαβασμένος συγγραφέας και την ίδια χρονιά πήγε στο Μεξικό ως πολεμικός ανταποκριτής. Εκεί συνδέθηκε με τους επαναστατικούς κύκλους του Σάντσο Βίγια και του Εμιλιάνο Ζαπάτα. Επέστρεψε στο ράντσο του με προβλήματα υγείας. Έπασχε από δυσεντερία, ουραιμία, και αλκοολισμό, πονούσε και έπαιρνε μορφίνη. Πέθανε το 1916, πιθανών από υπερβολική δόση μορφίνης.