Κόντογλου

   ΑΡΧΙΚΗ

Κόντογλου 1895 έως 1965 (70)

Καλό είναι να υπάρχει, όμως να ζεις είναι άλλο πράγμα.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

Σὰν σήμερα πάρθηκε ἡ Πόλη ἀπ᾿ τὸν σουλτὰν Μεμέτη στὸ 1453, μέρα Τρίτη, βγαίνοντας ὁ ἥλιος. Μιὰ τέτοια ἱστορία δὲ μπορεῖ νὰ τὴ γράψῃ ἄξια κανένας· δὲν πιστεύω νὰ βρίσκεται τέτοιος μεγάλος μάστορης. Κανένας, ἂς ἤτανε κι ὁ ἴδιος ὁ Ὅμηρος, ποὺ τραγούδησε μὲ λόγια σὰν κοτρώνια τὸν φημισμένον ἐκεῖνο πόλεμο τῆς Τρωάδας.

Κείνη τὴ μέρα, ποὺ δὲν πρέπει νὰ λογαριαστῇ μηδὲ στὶς μέρες τῶν χρονῶν, μηδὲ στὶς μέρες τῶν μηνῶν, παρὰ νὰ τὴ σκεπάσῃ σκοτάδι, ὅπως λέγει ὁ Ἰὼβ γιὰ τὴ μέρα ποὺ γεννήθηκε, ὁ φόβος ποὔπιασε τοὺς ἀνθρώπους ἤτανε τέτοιος, ποὺ τρεῖς καὶ τέσσερες γενιὲς δὲ φτάξανε γιὰ νὰ συνεφέρουνε. Ἀκόμα καὶ σήμερα, σὰ διαβάζει κανένας ὅσα γράψανε οἱ ἱστορικοὶ ἐκεινοῦ τοῦ καιροῦ, εἶνε στιγμὲς ποὺ τρέμει στ᾿ ἀλήθεια, σὰ νὰ βρίσκεται ὁ ἴδιος μέσα στὴν Πόλη, κι᾿ ὥρα μὲ τὴν ὥρα περιμένει νὰ δῇ τοὺς Τούρκους νὰ σφάξουνε τὸν κόσμο μπροστὰ στὰ μάτια του.

Ο Φώτιος Κόντογλου ήταν Έλληνας από την Μικρά Ασία, λογοτέχνης, ζωγράφος και αγιογράφος, θεωρείται από τους σημαντικότερους εικαστικούς καλλιτέχνες. Γεννήθηκε στο Αϊβαλί (αρχαίες Κυδωνίες) της Μικράς Ασίας, στις 8 Νοεμβρίου του 1895, το τέταρτο παιδί της οικογένειας του. Ο πατέρας του λεγόταν Νίκος Αποστολέλης αλλά πέθανε όταν ο Φώτης ήταν ενός έτους. Την κηδεμονία του ανέλαβε ο αδερφός της μητέρας του, ο οποίος ήταν ηγούμενος και φρόντισε ο Φώτης να γαλουχηθεί με χριστιανικό τρόπο και να πάρει το οικογενειακό τους όνομα. Φοιτούσε ακόμη στο γυμνάσιο όταν εξέδωσε με συμμαθητές του ένα περιοδικό το οποίο έκανε τις εικονογραφήσεις, το 1913 πήγε στην Αθήνα όπου γράφτηκε στην σχολή καλών τεχνών. Το 1914 διέκοψε της σπουδές του και έφυγε στο εξωτερικό, ύστερα από μικρή παραμονή στην Ισπανία όπου εργάστηκε ως ανθρακωρύχος, βρέθηκε στο Παρίσι να εργάζεται σε εφημερίδα. Σύντομα έγινε γνωστός εικονογράφος, το 1916 βραβεύτηκε για την εικονογράφηση του βιβλίου του Κνουτ Χάμσουν «Η πείνα». Το 1917 κατά την καταστροφή του Αιβαλιού έχασε μητέρα και θείο και το 1919 επέστρεψε στην γενέθλια πόλη και εργάστηκε ως καθηγητής γαλλικών. Το 1921 στρατεύτηκε και συμμετείχε στη Μικρασιατική Εκστρατεία, μετά την κατάρρευση του μετώπου το 1922 κατέφυγε στην Λέσβο και εν συνεχεία στην Αθήνα. Γρήγορα έγινε γνωστός του λογοτεχνικούς κύκλους με την κυκλοφορία του βιβλίου του «Πέδρο Καζάς». Το 1927 παντρεύτηκε, το 1929 γεννήθηκε η κόρη του.

Το 1932 έκτισε το σπίτι του στα Πατήσια όπου με τη βοήθεια των μαθητών του Τσαρούχη και Εγγονόπουλου έκαναν τοιχογραφίες σε 2 δωμάτια. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής αναγκάστηκε να πουλήσει το σπίτι για ένα σακί αλεύρι. Από εκείνη την εποχή τον απορρόφησε ο Χριστιανισμός και η τέχνη του προσηλώθηκε στις παραδόσεις του Βυζαντίου και της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ο Κόντογλου μοίραζε τον χρόνο του ανάμεσα στη συγγραφή και τη ζωγραφική ενώ είχε σημαντική συμβολή στην συντήρηση έργων τέχνης. Δούλεψε στο Βυζαντινό Μουσείο, το Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου, στο Βυζαντινό τμήμα του Μουσείου της Κέρκυρας, στις τοιχογραφίες του Μυστρά ενώ από τα σημαντικότερα έργα του είναι οι τοιχογραφίες του στο Δημαρχείο Αθηνών, με πρόσωπα από την Ελληνική Ιστορία. Μετά το 1950 συμμετείχε σε πολλές εκθέσεις ζωγραφικής και εκδόθηκαν πολλά από τα βιβλία του. Πέθανε στις 13 Ιουλίου 1965 στον «Ευαγγελισμό» από τις επιπλοκές που του είχε προκαλέσει ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα στις αρχές Ιουνίου.

ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ ΠΙΝΑΚΕΣ