Κοκτώ Ζαν

   ΑΡΧΙΚΗ

Κοκτώ Ζαν 1889 έως 1963 (74)

Να αγαπάς και να αγαπιέσαι, αυτό είναι το ιδανικό. Με την προϋπόθεση, ότι πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Ελληνικός ρυθμός

Θα πιώ ούζο κάτω από την κληματαριά μιας ταβέρνας.
Διέκρινα, πολύ μακριά, στην άκρη μια αταξίας
με στέγες πλυμένες από το φεγγάρι,
Τον Παρθενώνα σε σκεφτικό κουκουβάγιας ύπνο.
Καταπλήξαμε τους Θεούς στη θάλασσα του Αιγαίου
Τα νησιά ανοίγουν τα πόδια τους στις ουτοπίες
Μπορεί η Ελλάδα να έχει γεράσει
Δεν θα το λέγαμε πετώντας πάνω από την θάλασσα.
Την βλέπουμε καμωμένη από εφηβικά κορμιά, μ’ εντονο
Ροζ χρώμα, με μέληα ανάκαατ και βελουδένιο χνούδι.
Δεν ξέρω αν είναι μάχη ή κάτι άλλο
Αυτά τα κορμιά κοιμούνται μετά τον έρωτα.
Ο Ζαν Κοκτώ ήταν ποιητής, ζωγράφος, θεατρικός συγγραφέας, σεναριογράφος, σκηνοθέτης, σκηνογράφος, ηθοποιός, ένας πολυσχιδής δημιουργός που άφησε την σφραγίδα του στην τέχνη του προηγούμενου αιώνα. Γεννήθηκε στις 5 Ιουλίου του 1889 έξω από το Παρίσι σε μια μεγαλοαστική οικογένεια με τον πατέρα του να είναι ο τοπικός συμβολαιογράφος. Στα 9 του ο πατέρας αυτοκτονεί κι ο Ζαν με την μητέρα και τα αδέρφια του μετακομίζουν στο σπίτι των παππούδων. Ύστερα από χρόνια, ανοιχτά ομοφυλόφιλος ο Ζαν, θα πει για τον πατέρα του: «Ο ομοφυλόφιλος γνωρίζει τον ομοφυλόφιλο όπως ο Εβραίος τον Εβραίο. Τον καταλαβαίνει πίσω από τη μάσκα. Ανέκαθεν πίστευα ότι ο πατέρας μου μού έμοιαζε τόσο πολύ ώστε ήταν αδύνατον να διαφέρει σ' αυτό το βασικό σημείο. Προφανώς από την πίεση (για να πνίξει τις προτιμήσεις του) δεν άντεξε. Στην εποχή του άλλωστε σε σκότωναν για πολύ λιγότερα». Ο νεαρός Ζαν σπουδάζει στα ακριβότερα σχολεία ωστόσο το 1906 πηγαίνει στη Μασσαλία και ζει στις κακόφημες συνοικίες του λιμανιού, «Εδώ ήταν το πραγματικό μου σχολείο. Εδώ απελευθερώθηκα», θα εξομολογηθεί. Το 1909, σε ηλικία 18 ετών, θα δημοσιεύσει την πρώτη ποιητική του συλλογή με τίτλο: "Το λυχνάρι του Αλαντίν" Το 1911 θα εκδώσει το περιοδικό «Σαχραζάντ» στο οποίο θα δημοσιεύει συνεχώς ποιήματά του. Αυτή την εποχή συνδέεται με τον διευθυντή των ρωσικών μπαλέτων τα οποία ανεβάζουν το έργο του «Ο Γαλάζιος Θεός» Το 1914 και με το ξέσπασμα του Α παγκοσμίου πολέμου κατατάσσεται ως εθελοντής τραυματιοφορέας.

Το 1917 ανεβάζει το μπαλέτο «Παρέλαση» δημιουργώντας μεγάλο σκάνδαλο στο Παρίσι. Ο Απολιναίρ εφευρίσκει τον όρο «σουρεαλισμός» για να χαρακτηρίσει το έργο. Το 1924 πέθανε ο από χρόνια σύντροφος του λόγω τυφοειδούς πυρετού, ο Ζαν περνάει μια περίοδο κατάθλιψης και εθίζεται στο όπιο. Εξακολουθεί να γράφει ασταμάτητα ποιήματα, θεατρικά έργα, όπερες, το 1927 ανεβαίνει η όπερα του Ορφέας, το 1929 γράφει το «Τρομερά παιδιά» για το οποίο οι κριτικές είναι διθυραμβικές. Από αυτή την περίοδο ασχολείται και με τον κινηματογράφο, γράφει σκηνοθετεί κάνει την παραγωγή και παίζει σε ταινίες. Το 1937 θα γνωριστεί με τον ηθοποιό Ζαν Μαρέ που θα γίνει σύντροφος της ζωής του. Το 1946 θα γράψει και θα σκηνοθετήσει μία από τις δημοφιλέστερες ταινίες του, το: «Η ωραία και το Τέρας», το 1948 θα ταξιδέψει στις ΗΠΑ και θα γνωρίσει μεγάλη επιτυχία με το «Οι τρομεροί γονείς» Το 1950 η ταινία του «Ορφέας» θα κερδίσει το Α’ βραβείο του Φεστιβάλ Βενετίας. Το 1952 θα ταξιδέψει στην Ελλάδα η οποία αποτελεί (η αρχαία Ελλάδα και η μυθολογία της) πηγή έμπνευσής του. Το 1963, στις 11 Οκτωβρίου πέθανε η Έντιθ Πιαφ και μια ομάδα δημοσιογράφων του πήραν συνέντευξη για το γεγονός. Λίγες ώρες αργότερα, πέθανε κι ο ίδιος από ανακοπή καρδιάς Έπασχε τα τελευταία χρόνια από στεφανιαία νόσο ενώ τις προηγούμενες ημέρες είχε κάνει ένα αποτυχημένο λίφτινγκ το οποίο τον είχε παραμορφώσει εντελώς.