ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ

Καποδίστριας 1776 έως 1831 (55)

Είμαι αποφασισμένος να σηκώσω τον ουρανόσταλτο σταυρό μου. (Είμαι αποφασισμένος να άρω τον ουρανόθεν επικαταβαίνοντά μου σταυρόν)


ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Επισκόπησις
«Ελπίζω ότι όσοι εξ’ υμών συμμετάσχουν εις την Κυβέρνησιν θέλουν γνωρίσει μεθ’ εμού ότι εις τας παρούσας περιπτώσεις, όσοι ευρίσκονται εις δημόσια υπουργήματα δεν είναι δυνατόν να λαμβάνουν μισθούς αναλόγως με τον βαθμό του υψηλού υπουργήματός των και με τας εκδουλεύσεις των, αλλά ότι οι μισθοί ούτοι πρέπει να αναλογούν ακριβώς με τα χρηματικά μέσα, τα οποία έχει η Κυβέρνησις εις την εξουσίαν της. Εφ’όσον τα ιδιαίτερα εισοδήματά μου αρκούν διά να ζήσω, αρνούμαι να εγγίσω μέχρι και του οβολού τα δημόσια χρήματα, ενώ ευρισκόμεθα εις το μέσον ερειπίων και ανθρώπων βυθισμένων εις εσχάτην πενίαν».

Ιωάννης Καποδίστριας

Πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδος, προς την Δ΄ Εθνοσυνέλευση (Άργος, 11 Ιουλίου – 6 Αυγούστου 1829)


Ο Ιωάννης Καποδίστριας (1776-1831) ήταν Έλληνας γιατρός, διπλωμάτης και πολιτικός, ο πρώτος κυβερνήτης και θεμελιωτής του σύγχρονου ελληνικού κράτους. Γεννήθηκε στην βενετοκρατούμενη Κέρκυρα στις 11 Φεβρουαρίου 1776 σε μια οικογένεια ευγενών με πολλές διασυνδέσεις σε Ιταλία και Κύπρο (καταγωγή της μητέρας του). Ο Ιωάννης σπούδασε ιατρική, φιλοσοφία και νομικά στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα και το 1797 επέστρεψε στην Κέρκυρα και εργάστηκε ως χειρουργός. Δύο χρόνια αργότερα, όταν η Ρωσία και η Τουρκία κατέλαβαν για λίγο τα Επτάνησα, του ανατέθηκε η διοίκηση του στρατιωτικού νοσοκομείου. Το 1801 τα Επτάνησα αυτονομήθηκαν και ο Ιωάννης Καποδίστριας έγινε ένας από τους δύο διοικητές της Ιονίου Πολιτείας, σε ηλικία 25 ετών. Μεγάλη του επιτυχία υπήρξε η αναθεώρηση του επτανησιακού συντάγματος, που είχαν επιβάλει Ρώσοι και Τούρκοι, με την ψήφιση ενός πιο φιλελεύθερου και δημοκρατικού συντάγματος το 1803. Κατά τη διάρκεια της θητείας του αναδιοργάνωσε τη δημόσια διοίκηση δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στην εκπαίδευση.

Τον Μάρτιο του 1807 πήγε στη Λευκάδα την οποία απειλούσε με κατάληψη ο Αλή Πασάς και κατάφερε να αποτρέψει την απειλή, αναδιοργανώνοντας την άμυνα του νησιού. Τον Ιανουάριο του 1809 ο Καποδίστριας μπήκε στη διπλωματική υπηρεσία της Ρωσίας, μετά από πρόσκληση του Τσάρου Αλέξανδρου Α'. Το 1813, διορίστηκε εκπρόσωπος της Ρωσίας στην Ελβετία, όπου έπαιξε σημαντικό ρόλο στην ενότητα και ανεξαρτησία της Ελβετίας καθώς και στην δημιουργία του ελβετικού συντάγματος που προέβλεπε 19 αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως συστατικά μέλη της ελβετικής ομοσπονδίας. Εν συνεχεία συμμετείχε στο Συνέδριο της Βιέννης, που τέθηκαν οι βάσεις για την δημιουργία της «Ιεράς Συμμαχίας», ως αντίβαρο στην πολιτική του αυστριακού Μέτερνιχ, καταφέρνοντας να αποδυναμώσει την Αυστριακή διπλωματία και την επιρροή των Αυστριακών στη Γαλλία. Εξαιτίας των μεγάλων διπλωματικών του επιτυχιών, ο Τσάρος τον έχρισε Υπουργό Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, παρέμεινε σε αυτή τη θέση από το 1816 έως το 1822.

Με την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης, εγκατέλειψε το αξίωμά του, καθώς διαφώνησε ανοιχτά με τον τσάρο Αλέξανδρο, που καταδίκαζε κάθε επαναστατική κίνηση στην Ευρώπη. Το 1822 εγκαταστάθηκε στη Γενεύη της Ελβετίας, από όπου παρακολουθούσε τις εξελίξεις στην Ελλάδας βοηθώντας στην δημιουργία φιλελληνικού κινήματος. Στις 30 Μαρτίου 1827 η Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας τον εξέλεξε Κυβερνήτη του νεοσύστατου Ελληνικού Κράτους, Ο Καποδίστριας έφτασε στο Ναύπλιο, την πρώτη πρωτεύουσα του ελληνικού κράτους, αναλαμβάνοντας τη διακυβέρνηση μιας χώρας που έβγαινε από πολύχρονο αγώνα και οι κάτοικοι της, ιδιαίτερα οι πρόσφυγες, ήταν εξαθλιωμένοι.

Οι αντιπαλότητες που είχαν προκύψει μεταξύ των φατριών κατά τη διάρκεια της επανάστασης δεν είχαν κοπάσει, ενώ η χώρα είχε καταστραφεί και η οικονομία της τελούσε υπό πτώχευση. Έθεσε ως στόχο να βάλει τέλος στις εμφύλιες διαμάχες και επιδόθηκε με απαράμιλλη εργατικότητα και διορατικότητα στην εκ του μηδενός, δημιουργίας Κράτους. Στις 28 Ιουλίου 1828 καθιέρωσε ως εθνική νομισματική μονάδα τον Φοίνικα (μέχρι τότε υπήρχαν μόνο τουρκικά γρόσια και ευρωπαϊκά νομίσματα) και ίδρυσε Εθνικό Νομισματοκοπείο. Στις 24 Σεπτεμβρίου του ίδιου χρόνου οργάνωσε και την πρώτη ταχυδρομική υπηρεσία. Για την εκπαίδευση των Ελλήνων αγροτών, ίδρυσε Γεωργική Σχολή στην Τίρυνθα, εισήγαγε την καλλιέργεια της πατάτας και στήριξε την παραγωγή μεταξιού. Φρόντισε να αναπτυχθεί το εμπόριο και η ναυτιλία, να καταπολεμηθεί η πειρατεία και να οργανωθεί τακτικός στρατός ο οποίος στην τελευταία μάχη της Επανάστασης, στην Πέτρα της Βοιωτίας, τον Σεπτέμβριο του 1829, με επικεφαλής τον Δημήτριο Υψηλάντη νίκησε τους Τούρκους αναγκάζοντας τους να παραδώσουν ολόκληρη τη Στερεά Ελλάδα. Χρησιμοποίησε το κύρος και την εμπειρία του στη διεθνή διπλωματία ώστε στις διαπραγματεύσεις με τις Μεγάλες Δυνάμεις της εποχής (Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία) να πετύχει την κατοχύρωση όσο το δυνατόν περισσοτέρων εδαφών για το ελληνικό κράτος. Ιδιαίτερη βαρύτητα έδωσε στη βασική εκπαίδευση των Ελλήνων. Αρμόδια Επιτροπή ανέλαβε τη σύνταξη βιβλίων και τη δημιουργία αλληλοδιδακτικών σχολείων, στα οποία οι καλύτεροι μαθητές των μεγαλύτερων τάξεων μάθαιναν στους μικρότερους με τη βοήθεια του δασκάλου γραφή και ανάγνωση. Ενδιαφέρθηκε προσωπικά για τη δημιουργία δικαστηρίων και τη στελέχωσή τους με το κατάλληλο προσωπικό και ίδρυσε επίσης και Στατιστική Υπηρεσία, η οποία διενήργησε την πρώτη απογραφή.

Ο Καποδίστριας πέτυχε να επικρατήσει εσωτερική ειρήνη, να οργανωθεί στοιχειωδώς η διοίκηση, να λειτουργήσει με κάποια επάρκεια ο κυβερνητικός μηχανισμός, να ληφθεί μέριμνα για τα ορφανά του πολέμου και τους απροστάτευτους, να τεθούν τα θεμέλια για ένα σύγχρονο κράτος, ωστόσο με την συγκεντρωτική του διακυβέρνηση, την πρόσληψη επτανήσιων σε δημόσιες θέσεις, τον διορισμό των αδερφών του σε δημόσιες θέσεις, τον παραγκωνισμός των προκρίτων και των οπλαρχηγών κατά την αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων υπό ενιαία διοίκηση, τη σύγκρουσή του με πολλά τοπικά συμφέροντα, προκάλεσε πολλές εχθρότητες, όλων εκείνων που έβλεπαν να χάνουν την εξουσία και τα προνόμια τους.

Το 1829 αναπτύχθηκε κίνημα στην Ύδρα με σκοπό την ανατροπή του Καποδίστρια, ζητήθηκε από τον Μιαούλη να καταλάβει τον ναύσταθμο του Πόρου, ο Καποδίστριας ενέπλεξε τον Ρώσο ναύαρχο κατά των στασιαστών ο οποίος απέκλεισε το ναύσταθμο. Για να μη συλληφθεί ο Μιαούλης ανατίναξε τη φρεγάτα Ελλάς και την κορβέτα Ύδρα και διέφυγε στην Ύδρα. Η αντίδραση κατά του Κυβερνήτη διογκώθηκε, οι Μανιάτες στασίασαν με την σειρά του, αρνούμενοι να πληρώσουν τους φόρους προς την κεντρική εξουσία. Τελικά μοιραία στάθηκε η αντιπαλότητα του Καποδίστρια με την ισχυρότερη οικογένεια της Μάνης, τους Μαυρομιχάληδες. Στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831 ο γιος κι ο αδερφός του Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη τον οποίο είχε φυλακίσει, του επιτέθηκαν έξω από τη εκκλησία όπου πήγαινε για την κυριακάτικη λειτουργία και τον δολοφόνησαν μαχαιρώνοντας τον. Η χώρα βυθίστηκε στο χάος και την αναρχία, οι Προστάτιδες Δυνάμεις βρήκαν την ευκαιρία να εγκαθιδρύσουν βασιλεία με γνώμονα τα συμφέροντά τους.