Καββαδίας

   ΑΡΧΙΚΗ

Καββαδίας 1910 έως 1975 (65)

Όλο τον κόσμο γύρισες- Μα τίποτα δεν είδες.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Μαραμπού

Λένε για μένα οι ναυτικοί που εζήσαμε μαζί

πως είμαι κακοτράχαλο τομάρι διεστραμμένο,

πως τις γυναίκες μ’ ένα τρόπον ύπουλο μισώ

κι ότι μ’ αυτές να κοιμηθώ ποτέ μου δεν πηγαίνω.
Ο Νίκος Καββαδίας γεννήθηκε στις 11 Ιανουαρίου 1910 σε μια μικρή πόλη της Μαντζουρίας, από γονείς Κεφαλονίτες. Ο πατέρας του είχε επιχείρηση εισαγωγών εξαγωγών ενώ η μητέρα του ήταν απόγονος γνωστής εφοπλιστικής οικογένειας. Με το ξέσπασμα του Α’ παγκοσμίου πολέμου και με την έκρυθμη κατάσταση στην Κίνα, ο πατέρας έφερε την οικογένεια του στην Ελλάδα τους άφησε στο Αργοστόλι κοντά στα πεθερικά του και επέστρεψε στην Ρωσία για να διευθύνει την επιχείρησή του. Το 1917 κατά την Οκτωβριανή επανάσταση φυλακίστηκε ως καπιταλιστής, εχθρός του λαού και του δημεύτηκε όλη του η περιουσία. Επιστρέφει το 1921 στην Ελλάδα καταρρακωμένος και με μεγάλες δυσκολίες προσαρμογής στην ελληνική πραγματικότητα. Μετακομίζουν στον Πειραιά με τον Νίκο να γράφει ποιήματα από το γυμνάσιο γράφει ποιήματα και στα 18 του ξεκινάει να τα δημοσιεύει στην Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια. Έδωσε εξετάσεις για την Ιατρική σχολή όμως πέθανε εντωμεταξύ ο πατέρας του κι αναγκάστηκε να αφήσει τις σπουδές και να δουλέψει για να βοηθήσει την οικογένεια του. Πιάνει θέση υπαλλήλου σε ένα ναυτιλιακό γραφείο ενώ συγχρόνως συνεργάζεται με φιλολογικά περιοδικά. Το 1928 βγάζει ναυτικό φυλλάδιο και μπαρκάρει ως ναύτης.

Το 1933 δημοσιεύεται η πρώτη του ποιητική συλλογή Μαραμπού και η οικογένεια μετακομίζει στην Αθήνα ενώ το 1938 ο Νίκος στρατεύεται και υπηρετεί στην Ξάνθη. Το 1939 παίρνει το δίπλωμα του ραδιοτηλεγραφητή Β τάξης και στον πόλεμο του ’40 φεύγει για την Αλβανία, όπου υπηρετεί αρχικά ως ημιονηγός τραυματιοφορέας και αργότερα, λόγω της ειδικότητάς του ως ασυρματιστής. Στη διάρκεια της Κατοχής, ο Καββαδίας περνάει στις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης και γίνεται μέλος του ΕΑΜ, εντάσσεται στο ΚΚΕ και γίνεται δεκτός στην Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών, παρά το γεγονός ότι είχε τυπώσει μόνο ένα βιβλίο, ενώ οι κανονισμοί έλεγαν πως χρειάζονται τρία. Το 1946 ξαναμπαρκάρει και μέχρι το 1974 ταξιδεύει διαρκώς με μικρά διαλείμματα ενώ γράφει ποιήματα για την θάλασσα και τους ανθρώπους της. Τον Ιανουάριο του 1947 εκδόθηκε η δεύτερη συλλογή του, ΠΟΥΣΙ, η οποία θεωρήθηκε ωριμότερη από την πρώτη ωστόσο δέχτηκε και βέλη επικρίσεων επειδή δεν περιείχε πολιτικά μηνύματα. Το 1953 πήρε δίπλωμα ασυρματιστή πρώτης τάξης ενώ το 1954 δημοσίευσε το πεζογράφημα Βάρδια. Το 1957 αυτοκτόνησε ο αδερφός του Αργύρης μέσα στο καράβι στο οποίο ήταν καπετάνιος, συγκλονισμένος ο Νίκος από το γεγονός δεν έγραψε για κάμποσα χρόνια. Το 1975 ετοιμαζόταν να δημοσιευτεί η 3η ποιητική του συλλογή «Τραβέρσο», δεν πρόλαβε να την δει τυπωμένη καθώς έπαθε εγκεφαλικό και πέθανε στις 10 Φεβρουαρίου 1975. Στις σημειώσεις του βρέθηκαν οι παρακάτω 3 στίχοι που ήθελε να συμπληρώσει στο Τραβέρσο:
Mα ο ήλιος εβασίλεψε κι ο αητός απεκοιμήθη
Και το βοριά τον δροσερό τον πήραν τα καράβια
Και έτσι του δόθηκε καιρός του Χάρου και σε πήρε.