Ιστράτι

   ΑΡΧΙΚΗ

Ιστράτι 1884 έως 1935 (51)

Η καλοσύνη ενός ανθρώπου είναι πιο δυνατή από την πονηριά χιλίων.

ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ

Κυρα Καταλίνα

Ο Αδριανός περπατούσε αφηρημένος στη σύντομη μικρή λεωφόρο της Παναγίας που στη Βραΐλα οδηγεί από την ομώνυμη εκκλησία στο δημόσιο κήπο. Φτάνοντας στην είσοδο του κήπου, σταμάτησε συγχυσμένος και πεισματωμένος.
«Που να πάρει η ευχή!» ξέσπασε με δυνατή φωνή. «Δεν είμαι πια παιδί!...Και έχω νομίζω το δικαίωμα να καταλαβαίνω τη ζωή όπως τη νιώθω».
Ήταν έξι η ώρα τ' απόγευμα. Μέρα δουλειάς. Οι αλέες του κήπου στην κεντρική είσοδο ήταν σχεδόν έρημες και ο ήλιος του λυκόφωτος χρύσιζε την άμμο, ενώ τα παρτέρια με τις βιολέτες βυθίζονταν μέσα στη σκιά της νύχτας. Νυχτερίδες φτεροκοπούσαν άσκοπα πέρα‐ δώθε, σα ναυαγοί.
Τα αραδιασμένα κατά μήκος του κεντρικού δρόμου του πάρκου παγκάκια ήταν σχεδόν όλα αδειανά και μόνο σε μερικές απομακρυσμένες γωνιές νεαρά ζευγάρια κρατιόντουσαν σφιχταγκαλιασμένα και σοβαρεύονταν βιαστικά στο πέρασμα κάποιου ενοχλητικού.
Ο Παναΐτ Ιστράτι ήταν Ελληνορουμάνος συγγραφέας που έγραψε στα γαλλικά, γιος του έλληνα από την Κεφαλονιά, Παναγή Βαλσάμη, και της Ρουμάνας χωρικής Ζωίτσας Ιστράτι. Γεννήθηκε στις 10 Αυγούστου 1884 στην Βραΐλα και δεν γνώρισε τον πατέρα του ο οποίος πέθανε από φυματίωση. Του Παναΐτ (Παναγή) του άρεσε το διάβασμα αλλά σχολείο πήγε μόνο μέχρι την τετάρτη δημοτικού, από τα 12 εγκατέλειψε το σπίτι του και ξεκίνησε να δουλεύει και να περιπλανιέται. Ήρθε σε επαφή με το σοσιαλιστικό κίνημα στο Βουκουρέστι και το 1909 έγινε γραμματέας του συνδικάτου των λιμενεργατών στην Βραΐλα ενώ τα επόμενα χρόνια ταξίδεψε σε όλη την Ευρώπη και την Μέση Ανατολή, αλλάζοντας διαρκώς δουλειές: κλειδαράς, χαλκωματής, χαμάλης, φορτοεκφορτωτής, γυρολόγος, χτίστης, φωτογράφος, ταχυδρόμος κ.a. Το 1921 βρέθηκε στη Νίκαια της Γαλλίας εντελώς απογοητευμένος από την ζωή του και έχοντας διαγνωστεί με φυματίωση, έκανε απόπειρα αυτοκτονίας σ' ένα δημόσιο κήπο κόβοντας το λαιμό του μ' ένα ξυράφι. Είχε αφήσει δίπλα του ένα γράμμα το οποίο έφτασε στον καταξιωμένο συγγραφέα Ρομάν Ρολλάν ο οποίος συνεπαρμένος από το γράψιμο του έτρεξε στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν. Μετά που ξεπέρασε τον κίνδυνο, ο Ρολλάν τον προέτρεψε και τον βοήθησε ώστε να γίνει συγγραφέας. Δύο χρόνια μετά, το 1923, εκδόθηκε το πρώτο του βιβλίο, το «Κυρα Καραλίνα», στα γαλλικά, μια γλώσσα που ο Ισράτι έμαθε σχεδόν μόνος του διαβάζοντας γαλλικά βιβλία. Ο αγώνας των καταπιεσμένων εργατών των Βαλκανίων και οι δικές του εμπειρίες μετουσιώθηκαν τα επόμενα χρόνια σε βιβλία τα οποία γνώρισαν μεγάλη επιτυχία προσφέροντας του φήμη και χρήματα.

Ο Ιστράτι ήταν ένθερμος υποστηρικτής της Οκτωβριανής Επανάστασης και το 1927 προσκλήθηκε στην Μόσχα για να πάρει μέρος στις εορταστικές εκδηλώσεις για τα 10 χρόνια της επανάστασης. Εκεί γνωρίστηκε με τον Νίκο Καζαντζάκη και έγιναν φίλοι. Σύντομα ωστόσο μπήκε στο στόχαστρο των σταλινικών καθώς έγινε μάρτυρας της σταλινικής καταπίεσης για την οποία μίλησε δημόσια. Τον διώξανε από την Σοβιετική Ένωση και το 1928 έφτασε στην Ελλάδα προσκαλεσμένος να μιλήσει στο τότε θέατρο «Αλάμπρα». Μίλησε ο Γληνός, ο Καζαντζάκης και τέλος ο Ιστράτι, ακολούθησε μια πορεία φοιτητών και η επέμβαση της αστυνομίας που οδήγησε σε επεισόδια, μήνυση κατά του Καζαντζάκη και απέλαση του Ιστράτι. Το επόμενο διάστημα του απαγορεύεται η είσοδος στην Αίγυπτο και φυλακίζεται από την Ιταλική αστυνομία στην Τριέστη, οι αριστερές του ιδέες τον καθιστούν ανεπιθύμητο σε πολλά κράτη. Επιστρέφει στην Ρουμανία και το 1932 παντρεύτηκε, με την υγεία του ωστόσο να χειροτερεύει διαρκώς. Λίγο πριν το τέλος του θα γράψει: "Πίστεψα τυφλά στο ιδεώδες, πίστεψα στην Πίστη μου και σ' εκείνη των Άλλων και για καιρό δε γελάστηκα. Το να ονειρεύεται κανείς δεν αρκεί. Ακόμη και το να ζει κανείς δεν αρκεί. Να δημιουργεί κανείς σημαίνει να τιθασεύει τα όνειρά του και να κυριαρχεί στη ζωή του". Πέθανε από την φυματίωση στο Βουκουρέστι, στις 16 Απριλίου του 1935.